ΑΡΧΙΚΗ>Παθήσεις > Αρτηριακές παθήσεις > Νεφραγγειακή Υπέρταση

Νεφραγγειακή Υπέρταση

 

Νεφραγγειακή υπέρταση

Νεφραγγειακή υπέρταση ονομάζουμε την κατάσταση της αυξημένης αρτηριακής πίεσης λόγω βλάβης των νεφρών. Η νόσος αυτή ελέγχεται συνήθως με αντιϋπερτασικά φάρμακα. Κάποιοι ασθενείς όμως μπορούν να ωφεληθούν μετά από αγγειοπλαστική, τοποθέτηση στεντ ή χειρουργική επέμβαση στις αρτηρίες που στέλνουν αίμα στα νεφρά.
 

Που οφείλεται η Νεφραγγειακή υπέρταση; 

Η νεφραγγειακή υπέρταση οφείλεται σε στένωση των αρτηριών που στέλνουν αίμα στα νεφρά. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε στην μία νεφρική αρτηρία (του δεξιού ή του αριστερού νεφρού), είτε και στις 2 νεφρικές αρτηρίες (και των δύο νεφρών). Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται ως στένωση των νεφρικών αρτηριών. Όταν τα νεφρά δέχονται μικρότερη ποσότητα αίματος, απ΄ότι φυσιολογικά, δεν μπορούν να διακρίνουν αν η μικρότερη ροή αίματος οφείλεται σε κάποια στένωση της αντίστοιχης νεφρικής αρτηρίας ή σε μείωση του συνολικού όγκου αίματος (π.χ. αφυδάτωση). Πιο συγκεκριμένα, τα νεφρά «αντιλαμβάνονται» αυτή την κατάσταση ως μείωση του συνολικού όγκου του αίματος και ανταποκρίνονται με την έκκριση ορμονών, που έχουν ως αποτέλεσμα την κατακράτηση αλατιού και νερού. Τα αγγεία γεμίζουν με επιπλέον υγρά, αυτά της κατακράτησης, και έτσι η αρτηριακή πίεση αυξάνεται.     

Η στένωση της μίας ή και των δύο νεφρικών αρτηριών συχνότερα οφείλεται σε αθηρωσκλήρυνση (σκλήρυνση των αρτηριών). Πρόκειται για την ίδια παθολογική κατάσταση που προκαλεί καρδιακά ή εγκεφαλικά επεισόδια. Ένας λιγότερο συχνός λόγος στένωσης μίας νεφρικής αρτηρίας είναι η ινομυϊκή δυσπλασία. Αυτή  η νόσος χαρακτηρίζεται από κακή κατασκευή των νεφρικών αρτηριών για λόγους που δεν είναι ξεκάθαροι.
 

Ποια τα συμπτώματα της νεφραγγειακής υπέρτασης;

Η νεφραγγειακή υπέρταση στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν έχει συμπτώματα. Η στένωση των νεφρικών αρτηριών δεν είναι κάτι που κάποιος μπορεί να αισθανθεί. Ομοίως, η αυξημένη αρτηριακή πίεση, δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα, παρά μόνο σε περιπτώσεις που είναι εξαιρετικά υψηλή. Σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις τα συνήθη συμπτώματα είναι:
  • Πονοκέφαλος
  • Σύγχυση
  • Θολή ή διπλή όραση
  • Αιματηρά ούρα
  • Ρινορραγία (αιμορραγία από την μύτη)
Η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με νεφραγγειακή υπέρταση, ποτέ δεν βιώνει κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η νεφραγγειακή υπέρταση θεωρείται ύπουλη νόσος, μιας και συχνά γίνεται βλάβη σε διάφορα όργανα του σώματος, χωρίς ο ασθενής να αντιλαμβάνεται το παραμικρό.
 
Έτσι, η νεφραγγειακή υπέρταση προκαλεί, κυρίως, βλάβες στα νεφρά. Αυτό καταγράφεται ως μία σταδιακή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, χωρίς, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, να εκδηλώνονται κάποια συμπτώματα.
 
Η υποψία για την νόσο από τον ιατρό μπαίνει συνήθως όταν η αρτηριακή πίεση ελέγχεται δύσκολα, όταν χρησιμοποιούνται πολλά φάρμακα για τον έλεγχό της, ή όταν υπάρχει μια έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, χωρίς αυτή να μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά.
 

Ποια η θεραπεία της νεφραγγειακής υπέρτασης;

Η αρχική θεραπεία της νόσου γίνεται με φάρμακα, με τα οποία προσπαθούμε να ελέγξουμε την αρτηριακή πίεση. Η φαρμακευτική αυτή αγωγή είναι αποτελεσματική στους περισσότερους ανθρώπους με νεφραγγειακή υπέρταση, αν και συνήθως χρειάζονται περισσότερα του ενός φάρμακων για τον ικανοποιητικό έλεγχο της πιέσεως. Σε μερικούς ασθενείς με στένωση της νεφρικής αρτηρίας ο έλεγχος της πιέσεως είναι δύσκολος, ακόμα και στην περίπτωση που αυτοί λαμβάνουν 3 ή περισσότερα αντιϋπερτασικά φάρμακα. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι συχνά αποτελεσματική  μια πιο επεμβατική θεραπεία όπως εξηγείται παρακάτω:
  1. Αγγειοπλαστική. Ο χειρουργός εισάγει μέσα σε μια μεγάλη αρτηρία της βουβωνικής περιοχής ένα καθετήρα, ο οποίος προωθείται μέχρι την νεφρική αρτηρία. Στο άκρο του καθετήρα, ο οποίος βρίσκεται μέσα στην νεφρική αρτηρία, στο σημείο της στένωσης, φουσκώνει ένα μπαλλόνι για μερικά δευτερόλεπτα. Το φουσκωμένο μπαλλόνι διατείνει την στενωμένη αρτηρία έτσι ώστε να ο αυλός της να αποκτήσει φυσιολογική διάμετρο και να αποκατασταθεί η ροή του αίματος μέσα στην αρτηρία. Εν συνεχεία το μπαλλόνι απομακρύνεται από το σώμα του ασθενούς.
  2. Τοποθέτηση στεντ (stent). Μετά την αγγειοπλαστική με μπαλλόνι έχουμε την επιλογή να τοποθετήσουμε στην περιοχή της στένωσης έναν μεταλλικό ενδονάρθηκα (στεντ). Ο ενδονάρθηκας αυτός είναι ένας μεταλλικός κύλινδρος, ο οποίος εισάγεται μέσα στην αρτηρία κλεισμένος, ο οποίος εν συνεχεία ανοίγει για να στηρίξει τα στενωμένα τοιχώματα της νεφρικής αρτηρίας και να τα κρατήσει ανοιχτά. Η τεχνική αυτή έχει παρουσιάζει καλύτερα αποτελέσματα από την απλή αγγειοπλαστική.
  3. Ανοιχτή χειρουργική επέμβαση. Ο χειρουργός παρακάμπτει το στενωμένο τμήμα της νεφρικής αρτηρίας με την χρήση κάποιου μοσχεύματος. Η ανοιχτή χειρουργική επέμβαση αποτελεί επιλογή μόνο σε περίπτωση όπου η αγγειοπλαστική ή το στεντ δεν μπορούν να εφαρμοστούν.  
 
Μετά από την ανοιχτή χειρουργική επέμβαση οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν μείωση της αρτηριακής τους πίεσης και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και διακοπή όλων των αντιϋπερτασικών φαρμάκων. Καλά αποτελέσματα παρατηρούνται και με την χρήση του στεντ, αν και πολλές φορές μπορεί να χρειαστεί επανάληψη της επέμβασης προκειμένου να διατηρηθεί το καλό αποτέλεσμα στο βάθος του χρόνου. Η απλή αγγειοπλαστική είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με τις δύο πρώτες μεθόδους.
 
Τέλος, τα αποτελέσματα αναμένονται να είναι καλύτερα σε περιπτώσεις βλάβης της μιας νεφρικής αρτηρίας, παρά και των δύο.