ΑΡΧΙΚΗ>Παθήσεις > Αρτηριακές παθήσεις > Ανεύρυσμα Περιφερικής Αρτηρίας - Περιφερικό Ανεύρυσμα

Ανεύρυσμα Περιφερικής Αρτηρίας - Περιφερικό Ανεύρυσμα

Τι είναι το περιφερικό ανεύρυσμα;

Ως ανεύρυσμα μίας αρτηρίας ορίζουμε την σημαντική αύξηση της διαμέτρου του αγγείου (διόγκωση δίκην μπαλονιού). Η πιο συχνή εντόπιση των ανευρυσμάτων παρουσιάζεται στην αορτή. Η αορτή αποτελεί το μεγαλύτερο αγγείο του σώματος, το οποίο ξεκινά από την καρδιά και πορεύεται στο θώρακα και στην κοιλιά). (βλ. Ανεύρυσμα κοιλιακής και θωρακικής αορτής).
 
Περιφερικά ανευρύσματα ονομάζουμε τα ανευρύσματα που εμφανίζονται σε αρτηρίες εκτός της αορτής. Το πιο συχνό περιφερικό ανεύρυσμα είναι αυτό της ιγνυακής αρτηρίας (της αρτηρίας που πορεύεται πίσω από τα γόνατά μας). Λιγότερο συχνά είναι τα ανευρύσματα των μηριαίων αρτηριών στις βουβωνικές περιοχές, των καρωτίδων αρτηριών στο λαιμό και των αρτηριών στα άνω άκρα. Μία ιδιαίτερη κατηγορία περιφερικών ανευρυσμάτων είναι αυτά που εμφανίζονται στις αρτηρίες που στέλνουν αίμα στα νεφρά ή στο έντερο (σπλαγχνικά ανευρύσματα).
 
Όταν υπάρχει ανεύρυσμα στο ένα πόδι, το πιο πιθανό είναι να υπάρχει ανεύρυσμα και στο άλλο πόδι ή στην αορτή. Σε αντίθεση με τα ανευρύσματα της αορτής, τα περιφερικά ανευρύσματα ως μεγαλύτερο κίνδυνο δεν έχουν τον κίνδυνο της ρήξης και της επακόλουθης αιμορραγίας, αλλά τον κίνδυνο να μπλοκάρουν την αιματική ροή προς τα πόδια, λόγω των θρόμβων που αναπτύσσονται μέσα σε αυτά. Επιπλέον, τα περιφερικά ανευρύσματα, ιδιαίτερα τα μεγάλου μεγέθους, μπορεί να πιέζουν παρακείμενα νεύρα ή φλέβες προκαλώντας πόνο, μουδιάσματα ή πρήξιμο.   
 

Ποια συμπτώματα προκαλούν τα περιφερικά ανευρύσματα;

Είναι πιθανό ένα περιφερικό ανεύρυσμα να μην δίνει κανένα σημάδι της παρουσίας του, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι μικρό. Χαρακτηριστικά, 2 στους 3 ασθενείς με περιφερικό ανεύρυσμα δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα!
 
Στην περίπτωση ύπαρξης συμπτωμάτων στα άκρα, αυτά διαφέρουν ανάλογα με την εντόπιση του ανευρύσματος. Πιθανά συμπτώματα είναι:
  • Διόγκωση, μάζα, κάτω από το δέρμα, η οποία σφύζει και ο ασθενής την αισθάνεται
  • Πόνος ή κράμπα στο πόδι ή στο χέρι μετά από σωματική άσκηση
  • Πόνος στο πόδι ή στο χέρι στην ανάπαυση
  • Επώδυνες πληγές στα δάκτυλα των ποδιών ή των χεριών
  • Πόνος ή μούδιασμα στο πόδι ή στο χέρι που ακτινοβολεί σε μεγάλο μήκος στο σκέλος λόγω πίεσης κάποιου νεύρου
  • Γάγγραινα ή μεγάλη απώλεια ιστού, λόγω σημαντικής μείωσης της αιματικής ροής στο σκέλος.
Στην περίπτωση καρωτιδικών ανευρυσμάτων τα συμπτώματα συνήθως είναι μικρά, παροδικά εγκεφαλικά επεισόδια ή πιο σοβαρά, εγκατεστημένα εγκεφαλικά, όπως περιγράφονται στις καρωτιδικές παθήσεις. Στην περίπτωση των ανευρυσμάτων αρτηριών που αιματώνουν το έντερο μπορεί να εκδηλωθούν συμπτώματα μεσεντερίου ισχαιμίας, όπως περιγράφονται στο αντίστοιχο τμήμα της ιστοσελίδας.
 

Τι προκαλεί τα περιφερικά ανευρύσματα;

Ασυνήθηστες καταστάσεις που προκαλούν περιφερικά ανευρύσματα είναι οι λοιμώξεις ή οι τραυματισμοί των αρτηριών. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις τα αίτια δεν είναι ξεκάθαρα. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τα περιφερικά ανευρύσματα σχετίζονται με αθηρωσκλήρυνση, την κατάσταση δηλαδή εκείνη, η οποία προκαλεί στενώσεις ή αποφράξεις των αρτηριών. Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου για αθηρωσκλήρυνση είναι το κάπνισμα, η υπέρταση, η υψηλή χοληστερίνη, η παχυσαρκία και το οικογενειακό ιστορικό αγγειακών παθήσεων. ?λλος σημαντικός παράγοντας εμφάνισης περιφερικού ανευρύσματος είναι η ηλικία. Οι ασθενείς με περιφερικό ανεύρυσμα συνήθως βρίσκονται στην 6η ή 7η δεκαετία της ζωής τους.
 

Τι εξετάσεις χρειάζομαι;

Μετά το κατάλληλο ιατρικό ιστορικό και την κλινική εξέταση, όπου ψηλαφόνται οι μηριαίες και ιγνυακές περιοχές, αν υπάρχει υποψία για περιφερικό ανεύρυσμα ο γιατρός μπορεί να δώσει εντολή για υπέρηχο, αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η αγγειογραφία είναι μία επεμβατική εξέταση και συνήθως γίνεται πριν από χειρουργική επέμβαση, προκειμένου αυτή να σχεδιαστεί σωστά.
 
Λόγω της μεγαλύτερης συχνότητας για καρδιακή νόσο στους ασθενείς με περιφερικό ανεύρυσμα, μπορεί να χρειαστεί καρδιακός έλεγχος με ηλεκτροκαρδιογράφημα ή φαρμακευτική δοκιμασία κοπώσεως.
 
 

Πώς αντιμετωπίζονται τα περιφερικά ανευρύσματα;

Η αντιμετώπιση των περιφερικών ανευρυσμάτων εξαρτάται από την εντόπισή τους, το μέγεθός τους, τα συμπτώματα και από το αν την στιγμή της διάγνωσης είναι εντελώς κλεισμένα με θρόμβο. Έτσι, εάν υπάρχει ανεύρυσμα ιγνυακής αρτηρίας (πίσω από το γόνατο), το οποίο είναι εντελώς κλεισμένο με θρόμβο και δεν υπάρχουν συμπτώματα, το πιθανότερο είναι να μην απαιτείται επέμβαση.
 
Το ανεύρυσμα της ιγνυακής αρτηρίας, το οποίο δεν είναι κλεισμένο από θρόμβο, σπάνια μπορεί να σπάσει. Το πιο συχνό σενάριο είναι ένα κομμάτι θρόμβου να ξεκολλήσει από το ανεύρυσμα και να μεταφερθεί σε περιφερικότερη αρτηρία αποκλείοντάς τη, στερώντας έτσι το πόδι από αίμα. Αυτό το σοβαρό φαινόμενο (εμβολή) προκαλεί πόνο, έλκη στα άκρα και μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο ακρωτηριασμό. Έτσι, τα μηριαία ανευρύσματα ή τα ανευρύσματα της ιγνυακής αρτηρίας, που είναι ανοιχτά, πρέπει να αντιμετωπίζονται είτε με ανοιχτή χειρουργική μέθοδο, είτε σπανιότερα, ενδαγγειακά. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει με τα ανευρύσματα των άνω άκρων ή τα καρωτιδικά ανευρύσματα.      
 
Ο πιο συχνός τρόπος αντιμετώπισης ενός περιφερικού ανευρύσματος είναι η τοποθέτηση μιας παράκαμψης (bypass) πάνω και κάτω από το ανεύρυσμα. Η παράκαμψη είναι συνήθως τμήμα μίας φλέβας ή ένας σωλήνας από συνθετικό υλικό. Ο χειρουργός συνδέει τα δύο άκρα του μοσχεύματος πάνω και κάτω από το ανεύρυσμα αντίστοιχα. 'Aλλος τρόπος αντιμετώπισης είναι η αντικατάσταση του ανευρύσματος (και όχι η τοποθέτηση μιας παράκαμψης) από μία φλέβα ή από συνθετικό υλικό.
 
Σε κάποιες περιπτώσεις, όπου ξαφνικά γίνεται αποκλεισμός του ανευρύσματος με θρόμβο και συγχρόνως έχουμε διακοπή της αιματικής ροής περιφερικότερα, απαιτείται χορήγηση, μέσα από το αγγείο (ενδαγγειακά) φαρμάκων που διαλύουν το θρόμβο και προετοιμάζουν έτσι τα αγγεία για την επέμβαση παράκαμψης.  
 
Η χρήση ενδαγγειακών τεχνικών, με ενδομοσχεύματα (stent grafts) είναι προς το παρόν περιορισμένη. Η ενδαγγειακή θεραπεία έχει ρόλο σε επιβαρημένους ασθενείς, υψηλού εγχειρητικού κινδύνου, όταν η θέση και η ανατομία του ανευρύσματος επιτρέπουν την χρήση ενδομοσχευμάτων.
 
Σπάνια, ασθενείς με ανευρύσματα μηριαίων ή ιγνυακών αρτηριών μπορεί να διαγνωσθούν σε προχωρημένο στάδιο ισχαιμίας του σκέλους, με έλκη ή γάγγραινα. Κάποιες φορές μπορεί να είναι αργά για την διάσωση του σκέλους και ο ακρωτηριασμός να είναι αναπόφευκτος.